Φόρτωση...

Αρθρα / Νεα / Blog.

Αίτηση ακύρωσης υποψήφιου κατά του Οριστικού Πίνακα Κατάταξης Επιτυχόντων

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Α Ι Τ Η Σ Η  

Του ………, με Α.Φ.Μ. …….., κατοίκου …….., επί της οδού ……., Τ.Κ. ……..

Κατά 

Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ» (Α.Σ.Ε.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Πουλίου, αρ. 6 όπως νόμιμα εκπροσωπείται

Π Ε Ρ Ι    Α Κ Υ Ρ Ω Σ Η Σ

Του από 4-6-2019 Οριστικού Πίνακα Κατάταξης Επιτυχόντων, της υπ΄ αριθμ. 3Κ/2018 προκήρυξης του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που δεν με συμπεριέλαβε στους οριστικούς πίνακες κατάταξης.

_____________________________________________________

Α. Σύντομο Ιστορικό

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3Κ/2018 προκήρυξης (αρ. φύλλου Φ.Ε.Κ. 4/02-2-2018)  του «ΤΕΥΧΟΥΣ ΠPOKHPYΞEΩN AΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ», προκηρύχθηκε η πλήρωση με σειρά προτεραιότητας οκτώ χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι (8.166) θέσεων τακτικού προσωπικού και προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής, Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης σε ΟΤΑ α΄ βαθμού, Συνδέσμους και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αυτών καθώς και σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου των ΟΤΑ (Υπουργείο Εσωτερικών) και συγκεκριμένα δύο χιλιάδες επτακόσιες δεκατέσσερεις (2714) θέσεις Κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της προκήρυξης του συγκεκριμένου διαγωνισμού, οι υποψήφιοι θα έπρεπε να διαθέτουν συγκεκριμένα προσόντα, τα οποία απαριθμούνταν περιοριστικά στο περιεχόμενό της. Πιο συγκεκριμένα: α. Απολυτήριο Λυκείου (κωδ. 713), β. Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (κωδ. 058), γ. Κάρτα Ψηφιακού Ταχογράφου Οδηγού (κωδ. 059)  και δ. Αποδεικνυόμενη εμπειρία οδηγού αυτοκινήτου τριών (3) ετών μετά την απόκτηση της απαιτούμενης άδειας.

Ως εκ τούτου, υπέβαλλα εμπροθέσμως, την υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2018 αίτησή μου για συμμετοχή στον προκηρυχθέντα διαγωνισμό και συγκεκριμένα για την κατηγορία Κλάδου - ΔΕ Οδηγών, δηλώνοντας συγχρόνως αίτηση προτίμησης για τους εξής κωδικούς θέσεων: 2386, 2387, 2388, 2415, 2490, 2491, 2546, 2583 και 2587, λαμβανομένου υπόψη ότι πληρούσα όλες τις σχετικές προϋποθέσεις.

Προς τον σκοπό αυτό, επισύναψα μαζί με την σχετική αίτησή μου, όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τα οποία επιφυλάσσομαι να προσκομίσω κατά την εκδίκαση της παρούσης αιτήσεως, ήτοι:

  1. Απολυτήριο Πολυκλαδικού Λυκείου,
  2. Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../2018 αίτηση για έκδοση κάρτας ταχογράφου,
  3. Την υπ’ αριθμ. ………. κάρτα ταχογράφου εκδοθείσα από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών,
  4. Βεβαίωση ΠΕΙ,
  5. Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./2018 βεβαίωση του Μητρώου Ασφαλισμένων του Ε.Φ.Κ.Α., από την οποία προκύπτουν όλα τα έτη της μισθωτής μου απασχόλησης,
  6. Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../2018 βεβαίωση του Ε.Φ.Κ.Α., από την οποία προκύπτει η ιδιότητά μου ως αυτοκινητιστής και
  7. Την υπ’ αριθμ. ………/……../…….. Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας ανερχόμενο σε 67% για το χρονικό διάστημα από 01-11-2015 έως 31-12-2020.

Κατόπιν αυτών και με δεδομένο ότι πληρούσα όλες τις προϋποθέσεις, συμπεριελήφθηκα στους προσωρινούς πίνακες κατάταξης, οι οποίοι αναρτήθηκαν με επιμέλεια του Α.Σ.Ε.Π. Πλην όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, το όνομά μου δεν συμπεριλαμβάνονταν στους οριστικούς πίνακες κατάταξης επιτυχόντων, αναφέροντας πλησίον του ονόματός μου ότι δεν είχα προσκομίσει αφενός το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (κωδ. 058) και την Κάρτα Ταχογράφου (κωδ. 059), κάτι το οποίο είναι ευκόλως αντιληπτό.

Β. Επί του Παραδεκτού της παρούσης αίτησης ακύρωσης

       α.     Έννομο Συμφέρον

       Η αίτηση ακυρώσεως, δεν αποτελεί «actio popularis» και ως εκ τούτου, δε μπορεί να ασκηθεί από οιονδήποτε τρίτο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αρ. 47 Π.Δ. 18/89: «Αίτηση  ακυρώσεως  δικαιούται  να  ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη  ή  των  οποίων  έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Το έννομο συμφέρον πρέπει να πληροί τις εξής τρείς (3) προϋποθέσεις: 1. Να είναι προσωπικό, 2. άμεσο και 3. ενεστώς. Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον αναγνωρίζεται στον αιτούντα την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, αφενός όταν αυτή έχει προκαλέσει σ’ αυτόν υλική ή ηθική βλάβη, βάσει της έννομης σχέσης που τους συνδέει, αφετέρου δε, όταν η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη θίγει περιουσιακά του δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., διεγράφην από τους οριστικούς πίνακες κατάταξης της υπ’ αριθμ. 3Κ/2018 Προκήρυξης, με την αιτιολογία ότι δεν είχα δύο από τις τιθέμενες προϋποθέσεις. Πλην όμως, κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι είχα συνυποβάλλει εμπροθέσμως όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα της συμμετοχής μου και μάλιστα είχα γίνει δεκτός στους προσωρινούς πίνακες κατάταξης. Ως εκ τούτου, στην περίπτωσή μου, η βλάβη που επέρχεται στα δικαιώματά μου είναι προσωπική, άμεση και ενεστώσα και θίγει περιουσιακά μου δικαιώματα.   

Γ. Λόγοι Ακύρωσης

α. Παραβίαση ουσιώδους τύπου διατεταγμένου για την συντέλεση και την ενέργεια των προσβαλλόμενων πράξεων

Για την έκδοση των διοικητικών πράξεων οι κανόνες της διοικητικής νομοθεσίας, τάσσουν κάποιες διαδικαστικές ενέργειες, που συνηγορούν στην νόμιμη δράση της Διοικήσεως και συνεπώς πρέπει να τηρούνται από τα διοικητικά όργανα. Στην επίδικη περίπτωση, προκύπτει ότι δεν εκπληρώθηκαν εκ μέρους της Διοίκησης, διαδικαστικές ενέργειες, οι οποίες αποτελούν ουσιώδεις τύπους της διαδικασίας, δεδομένου ότι η παράλειψή τους ή η πλημμελής εφαρμογή τους επιδρούν ουσιωδώς τόσο στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και την εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης, όσο και στο ίδιο το περιεχόμενο της ρύθμισης.

Πιο συγκεκριμένα:

  1. Παραβίαση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης

Η μοναδική άμυνα του διοικουμένου απέναντι στην διοίκηση πριν από τη λήψη ενός δυσμενούς διοικητικού μέτρου συνίσταται στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης (άρθρο 20 παρ.2 Συντ και 6 παρ.2 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας). Η σχετική υποχρέωση επιβάλλεται προς την διοίκηση ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας στις περιπτώσεις που επίκειται δυσμενές διοικητικό μέτρο κατά του οιουδήποτε πολίτη, με πρόσκληση προς τον ενδιαφερόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να εκθέσει τις απόψεις του και να θέσει υπόψη της Διοικήσεως τα σχετικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, ώστε η τελευταία να μπορεί κατά τις οικείες διατάξεις, να ασκήσει την ευχέρειά της κατ’ εκτίμηση και υποκειμενικών στοιχείων (ΣτΕ 2076/2002, 4302/2001, 2640/2001 κα.). Μοναδική προϋπόθεση αποτελεί η άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου να μην είναι αναγκαία λόγω επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 3294/1988, 2252/1986, 2250/1985 και επίσης ΣτΕ 1414/2002 και 3327/1999). Εν προκειμένω, πριν την έκδοση του οριστικού πίνακα κατάταξης, ουδέποτε εκλήθην να αναπτύξω τις απόψεις μου ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Διοίκησης. Στο σημείο δε αυτό, επιθυμώ να θέσω υπόψη του Δικαστηρίου Σας ότι είχα συμπεριληφθεί στους προσωρινούς πίνακες κατάταξης,  δεδομένου ότι πληρούσα τις προϋποθέσεις της προκύρηξης, ως εκ τούτου είναι απορίας άξιος ο λόγος που αποκλείστηκα από τους οριστικούς, χωρίς ουδέποτε να με καλέσουν για ακρόαση.

  1. Ελαττωματική και ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξεως

Βασικά στοιχεία της αιτιολογίας αποτελούν κατά τον νόμο, τη θεωρία και τη νομολογία εκτός από το νόμιμο έρεισμα της πράξης, δηλ. την αναφορά των απρόσωπων κανόνων δικαίου που προβλέπουν την έκδοσή της, η ερμηνεία τους, οι νόμιμες προϋποθέσεις που έχουν διαπιστωθεί, η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων, ο απαιτούμενος νομικός χαρακτηρισμός τους καθώς και τα κριτήρια και οι σκέψεις του διοικητικού οργάνου σχετικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας (ΚΔΔ/σιας άρθρο 17 παρ.1, Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αντ.Ν.Σάκκουλας 2001, παρ. 516 έως 519).

Η αιτιολογία δε θεωρείται νόμιμη όταν είναι α) ειδική (και όχι γενική και αόριστη) και β) πλήρης ή επαρκής (και όχι ελλιπής) (άρθρο 17 ν.2690/1999).

Το διοικητικό όργανο που συγκεκριμενοποιεί και εξειδικεύει αφηρημένες και αόριστες έννοιες και αξιολογεί υποκειμενικά στοιχεία, κατ’ ουσίαν ασκεί διακριτική εξουσία, την οποία όμως δεσμεύεται προκειμένου να εξειδικεύσει, με μία σαφή αιτιολογία όσον αφορά στα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης, από τα οποία εξάγονται οι εκτιμήσεις της.

Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν περιέχει όλα τα ουσιώδη συγκεκριμένα αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν κατά τέτοιο τρόπο την μη συμπερίληψή μου στους οριστικούς πίνακες κατάταξης, ώστε να μην αφήνουν κενά και αμφιβολίες περί της ορθότητας της κρίσης τους (ΣτΕ 2441/1983). Αντιθέτως, ο προσβαλλόμενος δια της παρούσης μου πίνακας κατάταξης, αρκείται απλώς και μόνο σε αόριστη καταγραφή δικαιολογητικών, τα οποία μάλιστα, όπως προανέφερα, είχα ήδη προσκομίσει (!).

Β. Παράβαση κατ’ ουσίαν διάταξης του νόμου από την προσβαλλόμενη πράξη.

1. Ευθεία παραβίαση των παρ. 1 και 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς

Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς: «1. Σε περιπτώσεις που αφορούν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ατόμων, ο υπάλληλος μεριμνά ώστε σε κάθε στάδιο της διαδικασίας λήψης απόφασης να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα της υπεράσπισης. 2. Κάθε μέλος του κοινού έχει το δικαίωμα, σε περιπτώσεις όπου πρόκειται να ληφθεί απόφαση που θίγει τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, να υποβάλλει γραπτά σχόλια και, όπου είναι αναγκαίο, να παρουσιάζει προφορικές παρατηρήσεις προτού ληφθεί η απόφαση». Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ελέγχου νομιμότητας των πινάκων κατάταξης εκ μέρους της Διοίκησης, η αρμόδια Επιτροπή, μετέβαλε τον σχετικό πίνακα, διαγράφοντας με από την τελική κατάταξη. Πλην όμως, η Διοίκηση παρέλειψε να με ειδοποιήσει προκειμένου να εκφράσω τις αντιρρήσεις μου, ενόψει μάλιστα και της ουσιώδους μεταβολής που επήλθε, η οποία με έθεσε εκτός κατάταξης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εθίγησαν τα δικαιώματά μου, τα οποία διασφαλίζονται και από τον Ευρωπαϊκό Κώδικα.

  1. Ευθεία παράβαση διατάξεων του Ν. 2190/1994, όπως συμπληρώθηκε με το Ν. 2779/1999:

      Σύμφωνα με το εδ. β του άρθρου 9 του Ν. 2190/1994: «Κάθε υποψήφιος δικαιούται να λάβει γνώση της αιτιολογίας με την οποία καθορίστηκε η σειρά προτεραιότητας τόσο του ίδιου όσο και των συνυποψηφίων του. Η αιτιολογία αυτή συνίσταται στην παράθεση στον οικείο πίνακα προτεραιότητας των στοιχείων και κριτηρίων, με βάση τα οποία καθορίστηκε η σειρά προτεραιότητας κάθε υποψηφίου». Πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολογία αρκέστηκε σε αόριστη και απλή περιγραφή των κωδικών, οι οποίοι φέρεται να μην έχουν προσκομιστεί, ήτοι το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Ικανότητας (κωδ. 058) και τη Κάρτα Ταχογράφου (κωδ. 059), τα οποία όμως είχα νομότυπα και εμπρόθεσμα επισυνάψει με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/2018 αίτησή – υπεύθυνη δήλωσή μου.  Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι παραβιάζεται ευθέως η συγκεκριμένη διάταξη.

  1. Παράλειψη Νόμιμης Οφειλόμενης Ενέργειας

       Σύμφωνα με άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, (A΄ 8): «Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια». Στην προκειμένη περίπτωση, το Α.Σ.Ε.Π. εκτίμησε εσφαλμένως ότι δεν συντρέχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση της πράξης περιστατικά ενώ αυτά υπήρχαν και είχαν εμπροθέσμως κατατεθεί.

  1. Παραβίαση αρχής Χρηστής Διοίκησης και Προστατευομένης Εμπιστοσύνης του Διοικουμένου

Τα αρμόδια διοικητικά όργανα, υποχρεούνται να ενεργούν με τις ευνοϊκότερες για την κάθε περίπτωση διατάξεις, πολλώ δε μάλλον, όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει βασιμότητα της αίτησης, πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις στο πρόσωπο του αιτούντα και να ενεργούν πάντοτε στο πλαίσιο της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθώς και στο πλαίσιο της αρχής της ανταποδοτικότητας που διέπει το δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων.

Περαιτέρω, η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοικήσεως αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίες διέπουν και νομιμοποιούν την δράση της, και ειδικότερα γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία μολονότι δεν συνιστά θεσμοθετημένη δικαϊική αρχή, λαμβάνεται, ή τουλάχιστον οφείλει να λαμβάνεται, υπόψη από τον εφαρμοστή του δικαίου. Ως περιεχόμενο έχει τον σεβασμό κατ' αρχήν των πραγματικών καταστάσεων, που δημιουργήθηκαν καλοπίστως στο διοικούμενο, ο οποίος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιείκεια. Η αρχή της χρηστής διοίκησης υποχρεώνει τα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητες τους με βάση το περί δικαίου αίσθημά τους και με αναλογικότητα, στα πλαίσια πάντα της αρχής της νομιμότητας της Δημόσιας Διοίκησης. Σύμφωνα με την αρχή αυτή η Δημόσια Διοίκηση οφείλει να διευκολύνει τους διοικούμενους να προστατεύουν τα συμφέροντά τους και να ασκούν τα δικαιώματά τους.

  1. Παραβίαση άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος, στα οποία ερείδονται οι αρχές της διαφάνειας και στης αξιοκρατίας

 Η επιλογή προσώπων για την κατάληψη θέσεων ευθύνης, όπως είναι αυτές των δημοσίων υπαλλήλων στη Δημόσια Διοίκηση, με αποκλειστικό γνώμονα τις ικανότητες και τα προσόντα τους θα έπρεπε να αποτελεί αυτονόητη πρακτική σε κάθε Πολιτεία που διαθέτει υψηλό επίπεδο πολιτικού και νομικού πολιτισμού. Η σταδιοδρομία του δημόσιου υπαλλήλου με βάση την προσωπική του αξία και η ισότιμη αντιμετώπισή του κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη αποτελούν στοιχειώδεις κανόνες για τη λειτουργία κάθε συστήματος διοικητικής οργάνωσης που σέβεται τη συνταγματική νομιμότητα και επιδιώκει τη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητάς του. Η εφαρμογή των κανόνων αυτών υπολείπονταν στη χώρα μας για πολλές δεκαετίες σε σχέση με άλλα προηγμένα διοικητικά συστήματα. Η επικράτηση των πελατειακών σχέσεων και η ευνοιοκρατία αποτέλεσαν δυστυχώς τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στην οργάνωση και λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Όπως γίνεται αντιληπτό, τόσο η αρχή της αξιοκρατίας, όσο και η αρχή της διαφάνειας της διοικητικής δράσης προστατεύονται συνταγματικά, λόγω της σπουδαιότητας του αντικειμένου προστασίας τους. Συγκεκριμένα,  οι εν λόγω αρχές θεμελιώνονται ερμηνευτικά στο συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 (αρχή ισότητας) και 5 παρ. 1 Συντ. (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας) σε συνδυασμό με τη δημοκρατική αρχή (ιδίως άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Συντ.) και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.). Συγκεκριμένα, η αρχή της αξιοκρατίας αποτελεί πρωτίστως εξειδίκευση των αρχών της αναλογικής ισότητας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, ενώ η αρχή της διαφάνειας απορρέει ιδίως από την αρχή του κράτους δικαίου και συνιστά αναγκαίο παρακολούθημα της αρχής της αξιοκρατίας. Τη συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της αξιοκρατίας αναγνωρίζει εξάλλου και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με αυτή: «Η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων», ενώ σε άλλες αποφάσεις του γίνεται λόγος για την «απορρέουσα από την αρχή της ισότητας δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας. Κατά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου η αρχή της αξιοκρατίας θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ. Αποκλίσεις από τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας είναι μεν δυνατόν να δικαιολογούνται για λόγους ανωτέρας βίας, «υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποκλίσεις αυτές εισάγονται με τυπικό νόμο ή κανονιστική πράξη κατ’ εξουσιοδότηση τυπικού νόμου και περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, μέτρο, από την άποψη της εντάσεως, της εκτάσεως και της χρονικής των διάρκειας». Από όλα αυτά, καθίσταται εύκολα αντιληπτό, ότι η διαγραφή μου από τους οριστικούς πίνακες κατάταξης, αποτελεί κατάφωρη αδικία, πολλώ δε μάλλον, αν ληφθεί υπόψη ότι αφενός συμπεριλήφθηκα στους προσωπικούς πίνακες κατάταξης, αφετέρου δε, διαγράφηκα από τους οριστικούς χωρίς σαφή και ειδική αιτιολογία και πληρώντας όλες τις προϋποθέσεις.

Ως εκ τούτου, από όλα τα προαναφερθέντα σαφώς προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι παράνομη και εξ αυτού του λόγου άκυρη.

Επειδή για όλους τους παραπάνω λόγους η προσβαλλόμενη πράξη  είναι παράνομη, νομικά πλημμελής και πρέπει να ακυρωθεί.

Επειδή έχω έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας αίτησης.

Eπειδή παρανόμως δεν συμπεριλήφθηκα στους επιτυχόντες.

Επειδή η αίτησή μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή και ασκείται παραδεκτώς, εμπροθέσμως και αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

(και για όσους μελλοντικά επιφυλάσσομαι να προσθέσω λόγους)

Ζ Η Τ Ω

Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτησή μου.

Να ακυρωθεί και να εξαφανιστεί ο από 4-6-2019 Οριστικός Πίνακας Κατάταξης Επιτυχόντων, της υπ΄ αριθμ. 3Κ/2018 προκήρυξης του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που δεν με συμπεριέλαβε στους επιτυχόντες.

Να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική μου δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου μου.

 

                                                                                                                 Αθήνα, 9 Ιουλίου 2019

                                                                                                              Η πληρεξούσια Δικηγόρος